ἐχίτης

ἐχίτης [ῑ], ου, , a kind of
A stone, Plin.HN37.187, Gloss.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εχίτης — (Εchites). Γένος φυτών της οικογένειας των αποκυνιδών. Είναι αναρριχητικά θαμνώδη φυτά, με φύλλα ωοειδή και πυκνά, και κόκκινα ή λευκά άνθη. Τα άνθη αυτά έχουν μικρούς κάλυκες, τροχοειδή στεφάνη και οι ανθήρες τους συνδέονται στενά με το στίγμα,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.